ἑλειονόμος

ἑλειο-νόμος, ον,
A dwelling in the marsh or meadow,

Νύμφαι A.R.2.821

;

ποίη Orph.A.1054

; situate there, ib. 157.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελειονόμος — ἑλειονόμος, ον (Α) 1. (επίθ. Νυμφών και πουλιών) αυτός που κατοικεί στα έλη 2. (για φυτά) αυτός που φύεται στα έλη 3. (για πόλη) αυτός που βρίσκεται κοντά σε έλος …   Dictionary of Greek

  • ἑλειονόμος — dwelling in the marsh masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλειονόμα — ἑλειονόμος dwelling in the marsh neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλειονόμοι — ἑλειονόμος dwelling in the marsh masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλειονόμου — ἑλειονόμος dwelling in the marsh masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -νόμος — και νομος (ΑΜ νόμος και νομος) β συνθετικό πολλών ουσιαστικών και επιθέτων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουσιαστικό νόμος. Τα σύνθετα αυτά εμφανίζονται τόσο ως προπαροξύτονα όσο και ως παροξύτονα. Τα προπαροξύτονα σε νομος είναι εκείνα τών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.